δεψικές ύλες

Σώματα που υπάρχουν σε μέρη διαφόρων φυτών ή εκχυλίσματα που χρησιμοποιούνται στη βυρσοδεψία για τη δέψη δερμάτων. Συνήθως είναι άμορφα σώματα, με στυφή γεύση, διαλύονται εύκολα στο νερό, καθιζάνουν από τα διαλύματά τους με άλατα μολύβδου, λευκώματα και αλκαλοειδή και χρησιμοποιούνται στη βυρσοδεψία, γιατί μετατρέπουν το ακατέργαστο δέρμα (βύρσα) σε δέρμα. Οι δ.ύ. διακρίνονται: σε αυτές που υδρολύονται εύκολα με υδατικά διαλύματα καυστικών αλκαλίων (δεψίδια, τανίνη κ.ά.), στις συμπυκνωμένες δ.ύ., που για να υδρολυθούν χρειάζεται σύντηξη με καυστικά αλκάλια (κατεχίνες) και στις συνθετικές δ.ύ. Ανάμεσα στα πιο σπουδαία φυτικά υλικά δέψης είναι το ξύλο της βελανιδιάς και της καρυδιάς, η φλούδα της ιτιάς, του πεύκου και του έλατου και ορισμένες ρίζες.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ταννίνες — Οργανικές δεψικές ύλες, πολύ διαδεδομένες στο φυτικό βασίλειο. Οι ύλες αυτές είναι μικρής όξινης αντίδρασης, έχουν δε το κοινό γνώρισμα όταν ενωθούν με άλατα που προέρχονται από το οξείδιο του σιδήρου, να παρέχουν σκοτεινές γαλαζόμαυρες ή… …   Dictionary of Greek

  • δέψη — Επεξεργασία που ακολουθείται στη βαφική με σκοπό την προετοιμασία των ινών για να δεχτούν το χρώμα. Το στάδιο αυτό είναι πρακτικά απαραίτητο, γιατί πολλές ίνες, ειδικά το βαμβάκι και γενικά οι φυτικές ίνες, που αποτελούνται κυρίως από κυτταρίνη,… …   Dictionary of Greek

  • δεψικός — ή, ό 1. αυτός που αναφέρεται ή είναι κατάλληλος για την επεξεργασία τών δερμάτων 2. «δεψικές ύλες ή ουσίες» διαδομένες στον φυτικό κόσμο ύλες, οι οποίες έχουν την ιδιότητα να μετατρέπουν σε δέρμα τη βύρσα, το ακατέργαστο δέρμα 3. το θηλ. ως ουσ.… …   Dictionary of Greek

  • Ακακία — I Γένος ελλοβοκάρπων φυτών της οικογένειας των μιμοσιδών. Περιλαμβάνει περίπου 500 είδη, ιθαγενή των τροπικών και υποτροπικών περιοχών, κυρίως της Αφρικής και της Αυστραλίας. Οι α. είναι μέτριου ύψους δέντρα ή θάμνοι, με κλαδιά συνήθως οριζόντια …   Dictionary of Greek

  • ακακία — I Γένος ελλοβοκάρπων φυτών της οικογένειας των μιμοσιδών. Περιλαμβάνει περίπου 500 είδη, ιθαγενή των τροπικών και υποτροπικών περιοχών, κυρίως της Αφρικής και της Αυστραλίας. Οι α. είναι μέτριου ύψους δέντρα ή θάμνοι, με κλαδιά συνήθως οριζόντια …   Dictionary of Greek

  • δεψίδια — Εστέρες των υδροξυ αρωματικών οξέων που σχηματίζονται, αν συμπυκνωθεί η καρβοξυλική ομάδα ενός μορίου με τη φαινολική ομάδα ενός άλλου μορίου (το μόριο αυτό μπορεί να είναι και του ίδιου οξέος). Τα δ. πήραν την ονομασία τους από τον Γερμανό… …   Dictionary of Greek

  • ταννάση — η, Ν χημ. ένζυμο που διασπά ορισμένες δεψικές ύλες. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. tannase (< γαλλ. tannin < tanner «βυρσοδεψώ» + κατάλ. ase τής χημικής ορολογίας)] …   Dictionary of Greek

  • δεψικά εκχυλίσματα — Φυτικές ουσίες που χρησιμοποιούνται στη βυρσοδεψία και στην υφαντουργική. Παρασκευάζονται από κατάλληλη φυτική ύλη, όπως σουμάκ, ντίβι ντίβι, κεμπράχο, η οποία βράζει σε νερό και στη συνέχεια το εκχύλισμά της συμπυκνώνεται σε κενό. Το στερεό… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.